θύω(B)[ῡ],aor.
A.
ἔθῡσα
Call. Fr. 82
:—rage, seethe, ἄνεμος μὲν ἐπαύσατο λαίλαπι θύων
Od. 12.400
;Ζέφυρος μεγάλῃ σὺν λαίλαπι θύωνib. 408 , cf. Hes. Op. 621 , Th. 874 ; of a swollen river,ὁ δ' ἐπέσσυτο οἴδματι θύων seething, Il. 21.234 ;ὑψόσε θύωνib. 324 ; of a wind-swept sea, ὁ δ' ἔστενεν οἴδματι θύων
23.230
, cf. Hes. Th. 109 , 131 ; of the wake of a ship, κῦμα δ' ὄπισθε πορφύρεον μέγα θῦε
Od. 13.85
;δάπεδον δ' ἅπαν αἵματι θῦενthe groundseethedwith blood, 11.420 , 22.309 ; of persons,storm, rage, ἦ γὰρ ὅ γ' ὀλοιῇσι φρεσὶ θύει
Il. 1.342
; ἔγχεϊ θῦεν
11.180
; κασιγνήτα μένει θύοισα