θῠ-ώδης,ες, (θύος, ὄδ-ωδα, cf.εὐώδης, δυσώδης)
A. smelling of incense, fragrant, εἵματα . . θυώδεα
Od. 5.264
; θαλάμοιο θυώδεος
4.121
; βωμός
h.Ap. 87
; νηός
h.Ven. 59
; ναοί
Theoc. 17.123
; Οὔλυμπος
h.Merc. 322
; λίβανος
Emp. 128.6
; καπνός
E. Andr. 1026
(lyr.): Comp.