LSJθώμισσον:Glossθώμισσον: τὸν μισθόν , Hsch. (leg. θὤμισσον: τὸ ἥμισσον ).θώμισσον: τὸν μισθόν, Hsch. (leg.θὤμισσον: τὸ ἥμισσον).