θωρηκτής,οῦ,ὁ, (θωρήσσω)
A. armed with Θ<>́ραξ, Ἀργείοισι θωρηκτῇσι
Il. 21.429 ;Λυκίων, Τρώων πύκα θωρηκτάων armed withstoutcuirass, 12.317 , 15.689 .
armed with
θωρηκτής,οῦ,ὁ, (θωρήσσω)
A. armed with Θ<>́ραξ, Ἀργείοισι θωρηκτῇσι
Il. 21.429 ;Λυκίων, Τρώων πύκα θωρηκτάων armed withstoutcuirass, 12.317 , 15.689 .