θωρήσσω, Ep.
aor. θώρηξα,subj. θωρήξομεν(for-ωμεν) Il. 2.72 :—
A. arm with a θώραξ: generally,arm, θωρῆξαί ἑ κέλευε . . Ἀχαιούς
Il. 2.11
; Μυρμιδόνας . . θώρηξεν Ἀχιλλεύς
16.155
:—more freq. in Med. and Pass. ,θωρήσσομαι,fut. -ξομαι:aor. ἐθωρήχθην:—arm oneself, put one's harness on, αὐτίκα θωρήσσοντο
Il. 19.352
; σὺν τεύχεσι θωρηχθέντες
8.530
, etc.; ἐς πόλεμον ἅμα λαῷ θωρηχθῆναι
1.226
;τεύχε' ἐνείκω θωρηχθῆναιI will bring you armsto arm yourselves withal, Od. 22.139 ; ἐθωρήσσοντο δὲ χαλκῷ
23.369
;ἐν τῷδε(sc.θώρακι) πρὸς τοὺς πολεμίους θωρήξομαι