ἰαμβαυλεῖν:τὸ δι' αὐλοῦ παριαμβίζειν τῇ κιθάρᾳ καὶ ᾠδῇ, Hsch. (emended).
ἰαμβαυλεῖν
Gloss
ἰαμβαυλεῖν : τὸ δι' αὐλοῦ παριαμβίζειν τῇ κιθάρᾳ καὶ ᾠδῇ , Hsch. (emended).
ἰαμβαυλεῖν : τὸ δι' αὐλοῦ παριαμβίζειν τῇ κιθάρᾳ καὶ ᾠδῇ , Hsch. (emended).
ἰαμβαυλεῖν:τὸ δι' αὐλοῦ παριαμβίζειν τῇ κιθάρᾳ καὶ ᾠδῇ, Hsch. (emended).