LSJἵαναGlossἵανα ( ἴαννα cod.) : τὰ βαλλόμενα, ἀπὸ τοῦ ἱέναι , Hsch.ἵανα(ἴανναcod.): τὰ βαλλόμενα, ἀπὸ τοῦ ἱέναι, Hsch.