ἶαρ: αἷμα, andἰαροπότης:αἱμοπότης, Hsch. ; cf.ἔαρ, εἶαρ.
ἶαρ:
Gloss
ἶαρ: αἷμα , and ἰαροπότης : αἱμοπότης , Hsch. ; cf. ἔαρ, εἶαρ .
ἶαρ: αἷμα , and ἰαροπότης : αἱμοπότης , Hsch. ; cf. ἔαρ, εἶαρ .
ἶαρ: αἷμα, andἰαροπότης:αἱμοπότης, Hsch. ; cf.ἔαρ, εἶαρ.