ἱδρ-ώς(v. fin.),ῶτος,ὁ, and Aeol.
ἡ, Sapph. 2.13 ; dat.ἱδρῶτι, acc.ἱδρῶτα; Hom. has dat.ἱδρῷ(notἱδρῶas Choerob. in Theod. 1.248 ) Il. 17.385 , 745 ; acc.
A.
ἱδρῶ
11.621
, 22.2 , cf. A.R. 2.87 , 4.656 : (ἶδος):—sweat, Hom. (v. infr.), etc.; μετὰ ἱδρῶτος
Pl. R. 350d
; κατὰ δ' ἱ. ἔρρεεν ἐκ μελέων
Od. 11.599
; ἱ. ἀνῄει χρωτί
S. Tr. 767
;στάζειν ἱδρῶτι(v.στάζω) ; ῥέεσθαι ἱδρῶτι
Plu. Cor. 3
; ofsweatas the sign of toil, τῆς ἀρετῆς ἱδρῶτα θεοὶ προπάροιθεν ἔθηκαν
Hes. Op. 289
; ἱδρῶτα παρέχειν