ἰηγορεῖν: ἐγρηγορέναι( Lacon. ), Hsch.
ἰηδών,όνος,ἡ, (ἰαίνω)
A. joy, formed like ἀλγηδών , Id. (pl.); cf.ἰαίνω.ἰηθενέουσα, v. ἰαθενεῖ .
joy
ἰηγορεῖν: ἐγρηγορέναι( Lacon. ), Hsch.
ἰηδών,όνος,ἡ, (ἰαίνω)
A. joy, formed like ἀλγηδών , Id. (pl.); cf.ἰαίνω.ἰηθενέουσα, v. ἰαθενεῖ .