ἰθᾰρός[ῐ],ά,όν ,
A. cheerful, glad, in Comp.
-ώτερος
Alc. Supp. 4.18
.
II. pure, κρᾶναι
Simm. 25.6
; cf.ἰθαραῖς: ταχείαις, κούφαις, ἱλαραῖς, καλαῖς, καθαραῖς, Hsch.
cheerful, glad
ἰθᾰρός[ῐ],ά,όν ,
A. cheerful, glad, in Comp.
-ώτερος
Alc. Supp. 4.18
.
II. pure, κρᾶναι
Simm. 25.6
; cf.ἰθαραῖς: ταχείαις, κούφαις, ἱλαραῖς, καλαῖς, καθαραῖς, Hsch.