LSJἸκάριοςGlossἸκάριος [ ῑκᾰ], α , ον , Icarian , πόντος Il. 2.145 ; πέλαγος Hdt. 6.96 .Ἰκάριος[ῑκᾰ],α,ον ,Icarian,A.πόντοςIl. 2.145; πέλαγοςHdt. 6.96.ReferencesIl. 2.145Hdt. 6.96