ἰλᾰδόν [ῑ],Adv., (ἴλη)
A. in troops, Il. 2.93 , Hdt. 1.172 (vv.ll.ἱλ-, εἰλ-): generally,in abundance, κακότητα καὶ ἰ. ἔστιν ἑλέσθαι
Hes. Op. 287
.
in troops
ἰλᾰδόν [ῑ],Adv., (ἴλη)
A. in troops, Il. 2.93 , Hdt. 1.172 (vv.ll.ἱλ-, εἰλ-): generally,in abundance, κακότητα καὶ ἰ. ἔστιν ἑλέσθαι
Hes. Op. 287
.