ἱλέομαι,ἱλεόομαι [ῑ],
A.
v. ἱλάομαι .ἰλεός[ῑ],ὁ ,= εἰλεός
1
and 11 , Hsch.
ἵλεος, = ἵλαος ; andἵλεως,ων, Att. forἵλαος(q.v.).
ἱλέομαι , ἱλεόομαι [ῑ] , v. ἱλάομαι . ἰλεός [ ῑ], ὁ ,= εἰλεός 1 and 11 , Hsch. ἵλεος , = ἵλαος ; and ἵλεως , ων , Att. for ἵλαος (q.v.).
ἱλέομαι,ἱλεόομαι [ῑ],
A.
v. ἱλάομαι .ἰλεός[ῑ],ὁ ,= εἰλεός
1
and 11 , Hsch.
ἵλεος, = ἵλαος ; andἵλεως,ων, Att. forἵλαος(q.v.).