ἰλλάς,άδος,ἡ, (ἴλλω, εἴλω)
A. rope, band, βοῦς, τόν τ' οὔρεσι βουκόλοι ἄνδρες ἰλλάσιν . . δήσαντες ἄγουσιν
Il. 13.572
.
II. asAdj.,close-packed, herding together, of cattle, ἰλλάδες γοναί
S. Fr. 70
, E. Fr. 837 .
III.
= Ἰλιάς
111 , Ath. 2.65a , Eust. 947.8 .