ἱμερό-εις,εσσα,εν, (ἵμερος)
A. exciting desire, lovely, charming, in Hom. always of things,
ἱμερόεντα . . ἔργα γάμοιο
Il. 5.429
, etc.; χροὸς ἱμερόεντος
14.170
;ἀοιδή, ἔπεα, Od. 1.421 , 17.519 ;γόος(cf.ἵμερος) 10.398 ; Χαρίτων χορὸν ἱμερόεντα
18.194
, cf. Il. 18.603 ;ἱμερόεν κιθάριζεib. 570 ; so later κισσός
D.P. 947
; ἔρωτες
AP 5.277
( Agath. ); of persons, Pi. Fr. 87 ( Sup. ), Thgn. 1365 ( Sup. ), Theoc. 7.118 ; νύμφη
Coluth. 295
.