ἰνίον[ῑν],τό,(ἴς Α)
A. occipital bone, occiput, [ τοῦ τριχωτοῦ κρανίου] . . τὸ ὀπίσθιον [ἐστὶν] ἰνίον
Arist. HA 491a33
, cf. Gal. UP 9.17 , al.; κεφαλῆς κατὰ ἰνίον
Il. 5.73
;διὰ ἰνίου ἦλθεν [δόρυ] 14.495 , cf. Hp. Aph. 3.26 , Pherecyd. 66
J. , Theoc. 25.264 , Euph. 41 , Plu. Mar. 33 . (ἰ-codd., κατ' ἰν-
Gal.
l.c., but cf.ἐφινίους: τὰς ἐπὶ τοῦ ἰνίου σάρκας, Hsch. )