ἰσκάνδιον: σαλπίγγιον, Hsch.
ἰσκανδοτόν: σαλπιγγωτόν, Id.ἴσκλος,ὁ,
A.
v. ὕσκλος .ἰσκός: κλέπτης, Id.; cf.κίσκος.
ἰσκάνδιον: σαλπίγγιον , Hsch. ἰσκανδοτόν: σαλπιγγωτόν , Id. ἴσκλος , ὁ , v. ὕσκλος . ἰσκός: κλέπτης , Id.; cf. κίσκος .
ἰσκάνδιον: σαλπίγγιον, Hsch.
ἰσκανδοτόν: σαλπιγγωτόν, Id.ἴσκλος,ὁ,
A.
v. ὕσκλος .ἰσκός: κλέπτης, Id.; cf.κίσκος.