ἰσοφᾰρίζω[ῑ],=ἀντιφερίζω,
A. match oneself with, vie with, οὐδέ τίς οἱ δύναται μένος ἰσοφαρίζειν
Il. 6.101
; ἔργα δ' Ἀθηναίῃ . . ἰσοφαρίζοι
9.390
; μνήμην οὔτινά φημι Σιμωνίδῃ -φαρίζειν
Simon. 146
, cf. Theoc. 7.30 : generally,to be equal to,τινι
Il. 21.194 , Hes. Op. 490 .
II. trans.,make equal, Nic. Th. 572 .