ἀμελ-έω [ᾰ],aor. ἠμέλησα,
Ep.
A.
ἀμ-
Il.
,v.infr.:pf.
ἠμέληκα
X. Cyr. 1.6.43
: (ἀμελής):—have no care for, be neglectful of,in Hom. always c. neg. (not in Od. ), οὐδ' ὣς Μενελάου ἐφημοσύνης ἀμέλησεν
Il. 17.697
; οὐκ ἀμέλησε κασιγνήτοιο πεσόντος
8.330
;οὐκ ἀμέλησε Πατρόκλοιο πεσόντος he lostnotsightof Patroclus [in order toplunderhim], 17.9 :—after Hom. , with and without neg., εἰ τούτων ἀμελήσει
Hdt. 2.121
.γ́,cf. Ar. Nu. 989 , Th. 3.40 , Pl. Lg. 900b , al.; δόξης ἀμελῆσαι
D. 18.227