ἰσχῡρο-ποιέω,
A. strengthen, τὴν δύναμιν
D.S. 17.65
; τὰς ἐπικρατείας τινός
Plb. 28.20.7
; τόπον
J. AJ 15.8.5
;στόμαχον[ Gal. ] 14.752 ;establish, τὰς διατριβὰς τῶν ῥητορικῶν
Phld. Rh. 1.192S.
:— Med. , Onos. 21.2 :— Pass. , ἰσχυροποιεῖται τὰ μέσα
Ascl. Tact. 10.16
; τῆς δυναστείας -ουμένης
D.S. 14.9
, cf. Arr. Epict. 2.18.7 ; of assertions, Vett.Val. 333.7 ;to be valid, ἡ ἀναλογία οὐκ -εῖται
S.E. M. 1.201
.