ἰτᾰμ-ός,ή,όν, (εἶμι
A. ibo, ἴτης)headlong, hasty, eager,
κύνες
A. Fr. 282
, Alex. 234 ; ἰ. πρόσωπον
Nicol.Com. 1.28
;bold, reckless,
ἰταμὸν καὶ τολμηρὸν ἡ πονηρία
D. 25.24
; ἀναιδὴς καὶ ἰ.
Men. Epit. 311
; ἰ. πρὸς τὸ πράττειν
Arist. Pr. 953b4
; πρὸς τὰ δεινά
Plu. Galb. 25
; πρὸς λόγους ἰταμώτερος
Id. 2.1041a
: Sup.