ἴφθῑμος,η,ον, alsoος,ον(v. infr.),
A. stout, strong, of bodily strength,ὤμοις ἰ. Il. 18.204 ;κρατὶ ἐπ' ἰ. 3.336 ; ἰ. ποταμῶν
17.749
; βοῶν ἴ. κάρηνα
23.260
; of heroes,ἴ. ψυχαί, κεφαλαί, 1.3 , 11.55 ; of Hades, Od. 10.534 ; also, of women,comely, stately, ἰ. βασίλεια
16.332
; ἄλοχος
Il. 5.415
, Theoc. 17.128 ; παράκοιτις
Od. 23.92
, etc.; θυγάτηρ
15.364
; Πηρώ
11.287
: later, generally,strong, powerful, ἰφθίμης φιλότητος
D.P. 655