LSJκάβειος:Glossκάβειος: νέος (Paph.), Hsch. κάβηλος: ὁ ἀπεσκολυμμένος τὸ αἰδοῖον, ἢ ὄνος , Id.κάβειος: νέος(Paph.), Hsch.κάβηλος: ὁ ἀπεσκολυμμένος τὸ αἰδοῖον, ἢ ὄνος, Id.Related Lemmasκάβηλος: