LSJκάθακαGlossκάθακα , τά , apptly.,= καθήκοντα, πάντα τὰ κ. ποιήσασα BSA 18.148 ( Beroea ).κάθακα,τά, apptly.,=A.καθήκοντα, πάντα τὰ κ. ποιήσασαBSA 18.148(Beroea).ReferencesBSA 18.148