καθαπτής,οῦ,ὁ, orκαθαλμ-ή,ἡ, a kind of vase, in pl.,
A.
γάστρας καὶ καθαπτάς
PSI 4.420.26
(iii B.C.).
καθαπτής , οῦ , ὁ , or καθαλμ-ή , ἡ , a kind of vase, in pl., γάστρας καὶ καθαπτάς PSI 4.420.26 (iii B.C.) .
καθαπτής,οῦ,ὁ, orκαθαλμ-ή,ἡ, a kind of vase, in pl.,
A.
γάστρας καὶ καθαπτάς
PSI 4.420.26
(iii B.C.).