κᾰθαρ-τήριος,ον,
A. purificatory, θυσίαι
D.H. 9.40
;τὰ κ. Poll. 1.32 .
II. -τήριον(sc.φάρμακον),τό,drug which effects κάθαρσις, λοχείων, ἐπιμηνίων, Hp. Mul. 1.78 ;purgative, Aret. CA 1.4 , Gal. 11.354 ;κ. κατωτερικόνAet. 16.52 .
purificatory
κᾰθαρ-τήριος,ον,
A. purificatory, θυσίαι
D.H. 9.40
;τὰ κ. Poll. 1.32 .
II. -τήριον(sc.φάρμακον),τό,drug which effects κάθαρσις, λοχείων, ἐπιμηνίων, Hp. Mul. 1.78 ;purgative, Aret. CA 1.4 , Gal. 11.354 ;κ. κατωτερικόνAet. 16.52 .