καθεκ-τικός,ή,όν,
A. capable of holdingorretaining, ἡ μνήμη ἕξις κ. ὑπολήψεως
Arist. Top. 125b18
; κ. δύναμις
Gal. 1.654
, Alex.Aphr. Pr. 2.60 ; τὸ κ. καὶ ἰξῶδες
Artem. 2.14
: c. gen.,κ. τοῦ πνεύματος, opp.προετικός, Arist. Pr. 963a21 ( Comp. ).Adv.
-κῶς, ἔχειν τῶν μαθημάτων
Marin. Procl. 5
.