καθιερ-εύω,
A. sacrifice, offer, αὑτούς
Pl. Phdr. 252c
; τὴν μητέρα
Arist. EN 1148b26
; τὸν ἱκέτην
D.H. 8.1
: cf.κατιαραίω.
sacrifice, offer
καθιερ-εύω,
A. sacrifice, offer, αὑτούς
Pl. Phdr. 252c
; τὴν μητέρα
Arist. EN 1148b26
; τὸν ἱκέτην
D.H. 8.1
: cf.κατιαραίω.