LSJκαθυπερ-ᾰκοντίζωGlossovershoot completelyκαθυπερ-ᾰκοντίζω,A. overshoot completely, ἵν' οἱ θεοὶ τοὺς Γηγενεῖς . . καθυπερηκόντισανAr. Av. 825.ReferencesAr. Av. 825