καθυστερ-έω,
A. fall behind, κ. πολὺ τῇ διώξει
Plu. Crass. 29
: metaph.,fall short, τῇ φύσει
Plb. 23.7.5
.
2. of Time,κ. τῆς ἑορτῆς come too late for . ., PSI 6.607.7
(iii B.C.); κ. τῆς καταστάσεως τῶν ὑπάτων
Plb. 11.33.8
; πάντων
Id. 5.17.7
; τῆς ἐκτάξεως
Id. 10.39.5
, cf. D.S. 5.53 , Str. 14.2.5 : c. acc.,ἀπαρχὰς ἅλωνος οὐ -ήσεις shaltnotbe slow to offer, LXX Ex. 22.29(28) : abs., ξενίας ἀεὶ φρόντιζε, μὴ καθυστέρει
Men. Mon. 396
;delay, Plb. 5.16.5 ; of growing plants,to be later, Thphr. CP 1.17.2 .