καθυφ-ίημι,
A. give up, surrender treacherously, [καιρὸν] ἐάν τις ἑκὼν καθυφῇ τοῖς ἐναντίοις καὶ προδῷ
D. 19.6
, cf. 16.18 , al.; τὰ τῆς πόλεως
Id. 58.6
, cf. Luc. Prom. 5 ; esp. in a lawsuit,κ. τὸν ἀγῶνα conductitcollusively, compromiseit, D. 21.151 ; οὐ μόνον τῷ μὴ καθυφεῖναι ταῦτα σεμνύνομαι
Id. 18.107
: abs.,καθυφέντων τῶν κατηγόρων whentheylet the action drop, Id. 23.96 .
II.
Med. ,καθυφίεσθαί τινι give way, yield, c. dat. pers., X. HG 2.4.23 ;ἔν τινι slacken, ἐν μάχαις
Polyaen. 8.24.1
: abs., Luc. Abd. 7 .
2.
Med. , withpf.
Pass. , used trans.likethe Act. , εἰ καθυφείμεθά τι τῶν πραγμάτων