καίπερ, in Hom. always with a word between (exc.
A.
καί περ πολλὰ παθόντα
Od. 7.224
); but one word in Pi. and Prose, and usu. in Trag.
I. even, καὶ αὐτοί περ πονεώμεθα
Il. 10.70
.
II. although, albeit, usu. c.part., καὶ αὐτῇ περ νοεούσῃ
1.577
; καὶ ἀχνύμενός περ ἑταίρου
8.125
; καὶ πρίν περ θυμῷ μεμαώς
5.135
; καὶ κήδεά περ πεπαθυίῃ
Od. 17.555