κάκ(B), apocop. forκατάbeforeκ, in Hom. mostlyκὰκ κεφαλῆς, κὰκ κεφαλήν, Il. 18.24 , 16.412 , al.; also
A.
κὰκ κόρυθα
11.351
; κὰκ κορυφήν
8.83
; cfκάγ, κάδ.
κάκ (B), apocop. for κατά before κ , in Hom. mostly κὰκ κεφαλῆς, κὰκ κεφαλήν , Il. 18.24 , 16.412 , al.; also κὰκ κόρυθα 11.351 ; κὰκ κορυφήν 8.83 ; cf κάγ, κάδ .
κάκ(B), apocop. forκατάbeforeκ, in Hom. mostlyκὰκ κεφαλῆς, κὰκ κεφαλήν, Il. 18.24 , 16.412 , al.; also
A.
κὰκ κόρυθα
11.351
; κὰκ κορυφήν
8.83
; cfκάγ, κάδ.