κᾰκο-διάκονος [ᾱ](-διάβολοςcod.): κακοικονόμος( Lacon. ), Hsch.
κᾰκο-διάκονος
Gloss
κᾰκο-διάκονος [ᾱ] ( -διάβολος cod.) : κακοικονόμος ( Lacon. ), Hsch.
κᾰκο-διάκονος [ᾱ] ( -διάβολος cod.) : κακοικονόμος ( Lacon. ), Hsch.
κᾰκο-διάκονος [ᾱ](-διάβολοςcod.): κακοικονόμος( Lacon. ), Hsch.