κᾰκο-πῐνής,ές,
A. filthy, loathsome, κακοπινέστατόν τ' ἄλημα
S. Aj. 381
(lyr.); οὐ μόνον τοῖς ἤθεσιν ἀλλὰ καὶ ἕξει
Ath. 13.565e
.Adv.
-νῶς, διακείμενος
Archig.
(?)ap. Aët. 3.114 .
filthy, loathsome
κᾰκο-πῐνής,ές,
A. filthy, loathsome, κακοπινέστατόν τ' ἄλημα
S. Aj. 381
(lyr.); οὐ μόνον τοῖς ἤθεσιν ἀλλὰ καὶ ἕξει
Ath. 13.565e
.Adv.
-νῶς, διακείμενος
Archig.
(?)ap. Aët. 3.114 .