κακόρας: κατακόψας, Euclus ap. Hsch. (Perh. forκα-κορά<α>ς, cf.κοραίω.)κακόρδαζε: ἀπεχώρει, Hsch.
κακόρας:
Gloss
κακόρας: κατακόψας , Euclus ap. Hsch. (Perh. for κα-κορά<α>ς , cf. κοραίω .) κακόρδαζε: ἀπεχώρει , Hsch.
κακόρας: κατακόψας , Euclus ap. Hsch. (Perh. for κα-κορά<α>ς , cf. κοραίω .) κακόρδαζε: ἀπεχώρει , Hsch.
κακόρας: κατακόψας, Euclus ap. Hsch. (Perh. forκα-κορά<α>ς, cf.κοραίω.)κακόρδαζε: ἀπεχώρει, Hsch.