LSJκᾰκοϋπονόητοςGlossκᾰκοϋπονόητος , ον , ( ὑπονοέω ) gloss on δυστόπαστος , Suid.κᾰκοϋπονόητος,ον, (ὑπονοέω)A.gloss on δυστόπαστος , Suid.ReferencesSuid.