κᾰ́κουργ-ος, Ep.
κακοεργός(also late Prose, Porph. Abst. 2.38 ;
A.
δαιμόνια κακοεργά
Aen.Gaz. Thphr. p.60B.
),ον, (ἔργον)doing ill, mischievous, knavish, once in Hom. ,ἀλλά με γαστὴρ ὀτρύνει κακοεργός importunate, Od. 18.54 ; freq. later, κλῶπες κακοῦργοι
Hdt. 1.41
; κ. ἀνήρ
S. Aj. 1043
; also κακουργότατος λόγος
D. 20.125
; κ. μάχαιρα
AP 11.136
( Lucill. ); -ότατα εἰπεῖν
Antipho 2.4.2
.Adv.
-γως