κᾰλινδ-έομαι, only inpres.andimpf.,
A.
= κυλινδέομαι (q. v.),roll about, wallow,ἀποθνῄσκοντες ἐν ταῖς ὁδοῖς ἐκαλινδοῦντο, of plaguestricken persons, Th. 2.52 ; of birds,κ. ἐν τῇ γῇ, κ. τοῖς πτεροῖς πρὸς τὴν κόνιν, Arist. HA 612a20 , b24 ; < ἐν> ῥεύμασι
Plu. Tim. 28
;ἐπὶ ἐλαίου, as a form of exercise, Gal. 6.220 , cf. 324 ;roam, κατὰ τὰς νάπας
X. An. 5.2.31
; ἐν τῇσι στοιῇσι
Hdt. 3.52
: metaph.,ἐν θιάσοις καὶ μεθύουσιν ἀνθρώποις κ. D. 19.199 : hence,to be continually busy with, pass one's time ina thing, ἐν τῷ πειρᾶσθαι
X. Cyr. 1.4.5
( v.l. κυλινδ- ); περὶ τὰς ἔριδας, περὶ τὰ δικαστήρια, Isoc. 13.20 , 15.30 ; κ. ἐπὶ τοῦ βήματος
Id. 5.81
( v.l. κυλ- ) ; ἐν ἀγοραῖς
S.E. M. 2.27