καλλῐεπ-έομαι,
A. say in fine phrases, κ. ὡς . . εἰκότως ἄρχομεν
Th. 6.83
;εἰ δοῦλος καλλιεποῖτο use fine language, Arist. Rh. 1404b16 ; ῥημάτων ὧν οἱ δεξιοὶ περὶ τὰς δίκας -εποῦνται
Pl. Hipparch. 225c
:— Pass. , λόγοι κεκαλλιεπημένοι ῥήμασί τε καὶ ὀνόμασι
Id. Ap. 17b
:—later in Act. ,καλλιεπέω, Them. Or. 20p.285D.