κᾰμᾰτ-ώδδης,ες,
A. toilsome, wearisome, θέρεος καματώδεος ὥρῃ
Hes. Op. 584
;πλαγαί, μέριμναι, Pi. N. 3.17 , Fr. 218.1 ; καματωδέστερος
Thphr. Lass. 13
.
toilsome, wearisome
κᾰμᾰτ-ώδδης,ες,
A. toilsome, wearisome, θέρεος καματώδεος ὥρῃ
Hes. Op. 584
;πλαγαί, μέριμναι, Pi. N. 3.17 , Fr. 218.1 ; καματωδέστερος
Thphr. Lass. 13
.