LSJκαμψικίζωGlossκαμψικίζω , = βαρβαρίζω , Hsch. καμψίον , τό , v. κάμψα .καμψικίζω,A.= βαρβαρίζω , Hsch.καμψίον,τό, v. κάμψα .ReferencesHsch.Related Lemmasκαμψίον