κᾰνᾰχ-ίζω,
A.
= καναχέω, κανάχιζε δὲ δούρατα
Il. 12.36 ;δῶμα σμερδαλέον κανάχιζε v.l. in
Od. 10.399 ; κανάχιζε πός' εὐρεῖα Χθών
Hes. Sc. 373
.
κᾰνᾰχ-ίζω , = καναχέω, κανάχιζε δὲ δούρατα Il. 12.36 ; δῶμα σμερδαλέον κανάχιζε v.l. in Od. 10.399 ; κανάχιζε πός' εὐρεῖα Χθών Hes. Sc. 373 .
κᾰνᾰχ-ίζω,
A.
= καναχέω, κανάχιζε δὲ δούρατα
Il. 12.36 ;δῶμα σμερδαλέον κανάχιζε v.l. in
Od. 10.399 ; κανάχιζε πός' εὐρεῖα Χθών
Hes. Sc. 373
.