κάνναθρον,τό,
A.
= κάναθρον .καννεύσας, Ep. forκατανεύσας, Od. 15.464 .κἀννεώσασθαι, poet. forκαὶ ἀνανεώσασθαι.κάννη, v. κάννα .κάννηκες: πλέγματα ταρσῶν, Hsch.
κάνναθρον , τό , = κάναθρον . καννεύσας , Ep. for κατανεύσας , Od. 15.464 . κἀννεώσασθαι , poet. for καὶ ἀνανεώσασθαι . κάννη , v. κάννα . κάννηκες: πλέγματα ταρσῶν , Hsch.
κάνναθρον,τό,
A.
= κάναθρον .καννεύσας, Ep. forκατανεύσας, Od. 15.464 .κἀννεώσασθαι, poet. forκαὶ ἀνανεώσασθαι.κάννη, v. κάννα .κάννηκες: πλέγματα ταρσῶν, Hsch.