Κανωπικόν,τό,
A.
= πιτύουσα , Dsc. 4.165 .
II. a kind ofcake,
POxy. 1774.15
(iv A. D.); cf.Κανωβικός.
Κανωπικόν , τό , = πιτύουσα , Dsc. 4.165 . a kind of cake, POxy. 1774.15 (iv A. D.) ; cf. Κανωβικός .
Κανωπικόν,τό,
A.
= πιτύουσα , Dsc. 4.165 .
II. a kind ofcake,
POxy. 1774.15
(iv A. D.); cf.Κανωβικός.