κὰπατᾶ(sic):κατακόψεις(Paph.), Hsch.
κάπατας: καθορῶν, Euclusap. Hsch. (leg.καπατάς, cf.ἰμπάταὁν, ἰνκαπάταὁν).
κὰπατᾶ (sic): κατακόψεις (Paph.), Hsch. κάπατας: καθορῶν , Euclusap. Hsch. (leg. καπατάς , cf. ἰμπάταὁν, ἰνκαπάταὁν ).
κὰπατᾶ(sic):κατακόψεις(Paph.), Hsch.
κάπατας: καθορῶν, Euclusap. Hsch. (leg.καπατάς, cf.ἰμπάταὁν, ἰνκαπάταὁν).