κάπη [ᾰ],ἡ, (κάπτω)
A. crib, manger, [ἵππους] κατέδησαν ἐπ' ἀμβροσίῃσι κάπῃσιν
Il. 8.434
; ἐφ' ἱππείῃσι κάπῃσι
Od. 4.40
; βουστάθμου κάπης
S. Ichn. 8
; ἀντὶ κάπης
Lyc. 95
:κάπηθενasAdv., Suid.
crib, manger
κάπη [ᾰ],ἡ, (κάπτω)
A. crib, manger, [ἵππους] κατέδησαν ἐπ' ἀμβροσίῃσι κάπῃσιν
Il. 8.434
; ἐφ' ἱππείῃσι κάπῃσι
Od. 4.40
; βουστάθμου κάπης
S. Ichn. 8
; ἀντὶ κάπης
Lyc. 95
:κάπηθενasAdv., Suid.