κάπρ-ιος,ὁ, poet. forκάπρος,
A. wild boar, Il. 11.414 , 12.42 , A.R. 1.126 ; σῦς κάπριος
Il. 11.293
, 17.282 .
II. Adj. κάπριος,ον,
= κάπρειος ,like a wild boar, καπρίους ἔχειν τὰς πρῴρας
Hdt. 3.59
.
wild boar
κάπρ-ιος,ὁ, poet. forκάπρος,
A. wild boar, Il. 11.414 , 12.42 , A.R. 1.126 ; σῦς κάπριος
Il. 11.293
, 17.282 .
II. Adj. κάπριος,ον,
= κάπρειος ,like a wild boar, καπρίους ἔχειν τὰς πρῴρας
Hdt. 3.59
.