LSJκάρζαGlossκάρζα , Aeol. for καρδία (q.v.). κάρη , κάρηαρ , v. κάρα (A).κάρζα, Aeol. forκαρδία(q.v.).κάρη,κάρηαρ,A.v. κάρα (A).Related Lemmasκάρηκάρηαρ